συγκεντρώνομαι σε
sich konzentrieren auf + A
καθαρός, ευκρινής
deutlich
η προφορά
die Aussprache
απέξω
auswendig
αποστηθίζω, μαθαίνω απέξω
auswendig lernen
η προσωπική συνέντευξη (για πρόσληψη)
das Bewerbungsgespräch, -e
η αίτηση για πρόσληψη
die Bewerbung, -en
ψεύδομαι
lügen
(er log, hat gelogen)
το πανεπιστήμιο
die Hochschule, -n
το φασόλι
die Bohne, -n
ο αναπτήρας
das Feuerzeug, -e
το αλκόολ
der Alkohol
ο πύργος
der Turm, Türme
το σπίρτο
das Streichholz, -hölzer
η κρέμα
die Creme, -s
το κουμπί
die Knopf, Knöpfe
η γραμμή
die Linie, -n
η τρύπα
das Loch, Löcher
ο κάδος απορριμμάτων
die Mülltonne, -n
το ξύλο
das Holz