yalnızlaşmak
μένω μόνος μου
ilişki
σχέση/σύνδεση/συσχέτιση
tel
=/ ten
σύρμα/καλώδιο
kömür
κάρβουνο/άνθρακας
iyice
καλά/πλήρως
hareket etmek
κινούμαι/αλλάζω θέση/παίζω (στο θέατρο)
elbette
φυσικά/οπωσδήποτε
taşınabilir
φορητός (ADJECTİVE)
destan
έπος
oracıkta
αμέσως/επί τόπου
öfke
οργή/θυμός
sinsice
κρυφά/ύπουλα/μουλωχτά
devir
περίοδος/στροφή/dönem
canlandırmak
ζωντανεύω
sütun
στήλη/κολόνα
çömlek
κεραμική/αγγείο/πήλινο δοχείο
peribacaları
νεραϊδοκαμινάδες/hoodoo
köşk
έπαυλη
ait olmak
ανήκω σε
yaralı
τραυματισμένος (yara-τραύμα/πληγή)
yara
πληγή/τραύμα
tamamlamak
ολοκληρώνω (εργασία/δουλειά κλπ)
çatı
οροφή/ταράτσα
gizli
κρυφός/μυστικός/συγκαλυμμένος