to stare blankly
κοιτάζω στο κενό – colloquial
Κοιτούσε στο κενό χωρίς να βλέπει τίποτα.
He stared blankly into space.
to look shocked
κοιτάζω αποσβολωμένος – colloquial
μένω αποσβολωμένος – formal
Έμεινε αποσβολωμένος όταν άκουσε τα νέα.
He looked shocked when he heard the news.
to be stunned / petrified
μένω κάγκελο – colloquial
Έμεινε κάγκελο με αυτό που είδε.
He was stunned by what he saw.
to be terrified
παγώνω από τον φόβο – colloquial
Πάγωσε από τον φόβο μόλις τον είδε.
He froze in terror as soon as he saw him.
to look terrified
κοιτάζω με τρόμο – colloquial
Τον κοίταζε με τρόμο και δεν μιλούσε.
He looked at him in terror and said nothing.
to wince
μορφάζω – colloquial
κάνω μορφασμό – formal
Μόρφασε από τον πόνο.
He winced in pain.
to grimace
κάνω γκριμάτσα – colloquial
μορφάζω – formal
Έκανε γκριμάτσα αηδίας.
He made a grimace of disgust.
to gape / to look dumbfounded
μένω με το στόμα ανοιχτό – colloquial
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη.
He gaped in astonishment.
to stare wide-eyed
κοιτάζω με ορθάνοιχτα μάτια – colloquial
Τον κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια φόβου.
She stared wide-eyed with fear.
to roll one’s eyes
γυρίζω τα μάτια – colloquial
αναποδογυρίζω τα μάτια – formal
Γύρισε τα μάτια του με αγανάκτηση.
He rolled his eyes in annoyance.
to look puzzled
κοιτάζω σαστισμένος – colloquial
Κοίταζε σαστισμένος χωρίς να καταλαβαίνει.
He looked puzzled, not understanding.
to grin sheepishly
χαμογελάω αμήχανα – colloquial
Χαμογέλασε αμήχανα χωρίς να ξέρει τι να πει.
He grinned sheepishly, not knowing what to say.
to smirk ironically
χαμογελώ ειρωνικά – colloquial
μειδιώ – formal
Χαμογέλασε ειρωνικά και δεν είπε τίποτα.
He smirked ironically and said nothing.
to scowl
κοιτάζω άγρια – colloquial
αγριεύω – formal
Τον κοίταξε άγρια χωρίς να πει κουβέντα.
He scowled without saying a word.
to look absent / dazed
κοιτάζω αφηρημένος – colloquial
Κοιτούσε αφηρημένος έξω από το παράθυρο.
He stared absent-mindedly out the window.
to look suspicious
έχει καχύποπτη έκφραση – colloquial
Είχε καχύποπτη έκφραση όση ώρα τον άκουγε.
He looked suspicious while listening to him.
to look guilty
κοιτάζω ενοχικά – colloquial
Κοίταζε ενοχικά και απέφυγε τα μάτια μου.
He looked guilty and avoided my eyes.
to look proud
χαμογελώ περήφανα – colloquial
Χαμογέλασε περήφανα για το παιδί του.
He smiled proudly for his child.
to look determined
σφίγγω τα χείλη αποφασιστικά – colloquial
Έσφιξε τα χείλη του αποφασιστικά.
He tightened his lips with determination.
to look embarrassed
κοκκινίζω αμήχανα – colloquial
Κοκκίνισε αμήχανα και χαμήλωσε το βλέμμα.
He blushed awkwardly and lowered his gaze.
to glance sideways
κοιτάζω λοξά – colloquial
Τον κοίταξε λοξά με απορία.
She glanced sideways at him in puzzlement.
to sneer
γελάω περιφρονητικά – colloquial
μειδιώ – formal
Γέλασε περιφρονητικά και γύρισε αλλού.
He sneered and turned away.
to beam (with joy)
λάμπω από χαρά – colloquial
Έλαμπε από χαρά μόλις τον είδε.
She beamed with joy when she saw him.
to smirk arrogantly
χαμογελώ υπεροπτικά – colloquial
Χαμογέλασε υπεροπτικά σαν να ήξερε τα πάντα.
He smirked arrogantly as if he knew everything.