ἀπερχμαι (ἀπεληλυθα)
I go away, leave
ἐγγιζω (ἠγγικα)
I draw near, approach
μαρτυρεω (μεμαρτυρηκα)
I testify, bear witness
ὁραω (ἑωρακα or ἑορακα)
I see
πειθω (πεποιθα)
I persuade
προσερχομαι (προσεληλυθα)
I come to, approach
τηρεω (τετηρηκα)
I keep, I guard