ζάω [ἔζων], ζήσω, ἔζησα, -, -, -
I live
Ἰουδαῖος, -αία, -αῖον
adj: Jewish; noun: a Jew
βασιλεύς, -έως, ὁ
king
προσκυνέω [προσεκύνουν], προσκυνήσω, προσεκύνησα, -, -, -
I worship
μείζων
greater
Ἰσραήλ, ὁ
Israel
καρπός, -οῦ, ὁ
fruit, result, crop
ὅλος, -η, -ον
adj: whole, complete; adv: entirely
Ἰουδαία, -ας, ἡ
Judea
γεννάω, γεννήσω, ἐγέννησα, γεγέννηκα, γεγέννημαι, ἐγεννήθην
I beget, give birth to, produce