ἀκολουθέω (ἀκολουθε)
I follow; accompany
διδάσκω (διδακ)
I teach
ἐπερωτάω (ἐπί + ἐρωτα)
I ask (for)
ἐρωτάω (ἐρωτα)
I ask; request
θέλω (ἐθελε)
I wish, desire; enjoy
περιπατέω (περί + πατε)
I walk (around); live
συναγωγή (συναγωγη)
synagogue; meeting
Φαρισαῖος, -ου, -ὁ
Pharisee
χρόνος, -ου, -ὁ
time