αἴτιος, α, ον
responsible, to blame
ἀπέρχομαι
I go away
δυνατός, ή, όν
possible
ἐκ, ἐξ (+gen.)
from, out of
ἔτι
still
φημί
I say
μέγας, μεγάλη, μέγαν
big, great
μένω
I stay
οὐκέτι
no longer
πίπτω
I fall
τε . . . και
both . . . and
ἅμα
at the same time
ἰδοῦ
look!
ὁ πούς
foot
ἀνδρεῖος
brave
τό δεῖπνον
dinner
ἐν (+dat.)
in
ἐπεί
when
λείπω
I leave
λύω
I loosen
ὁ/ἡ παῖς
child
ὁ πατήρ
father
σύ, σου
you
τοσοῦτος, αύτη, οῦτο(ν)
so large, so much