εγείρω
I wake X up
άπειμι
I am away (from)
εγείρομαι
I wake myself up
εύχομαι + dat.
I pray
εύχομαι + acc.
I pray to
εύχομαι + infinitive
I pray (that)
καθίζω
I make X sit down, I set, I place
ή αγορα, της αγορας
Agora, city centre, marketplace
ό βωμός, του βωμου
altar
ό νεανίας, του νεανίου
Young man
ό πολίτης, του πολίτου
Citizen
ή χείρ, της χειρός
Hand
υπέρ + gen.
On behalf of, for
τέλος
In the end, finally
εν…. τούτω
Meanwhile
τη υστεραία
On the next day
αποφεύγω
I flee away, I escape
γιγνώσκω
I get to know, I learn
ήκω
I have come
θαυμάζω
I am amazed, I wonder at, I admire
πάσχω
I suffer, I experience
τύπτω
I strike, I hit
ό μυθος
Story
ήμεις
We