zusammen/kommen mit + D
συναντώ, έρχομαι σε επαφή με
in der Tasche haben
έχω κάτι στην τσέπη
verdienen
κερδίζω επάξια, μου αξίζει
zusammen/bleiben
μένουμε ο ένας στο πλευρό του άλλου
die Raumstation
ο διαστημικός σταθμός
die Uberraschung
η έκλπηξη
weg/fliegen
φεύγω/αναχωρώ
die Tagezeit
το χρονικό διάστημα της ημέρας
die Gastfamilie
η οικογένεια που φιλοξενεί κάποιον
die Sorte
το είδος
geliebt
αγαπημένος
das Abendbrot
το βραδινό φαγητό
ewig lange
για πολύ καιρό
schweigsam
σιωπηλός
die Schaukel
η κούνια
ab/stellen
βάζω στην άκρη
gruβen
χαιρετώ
etw. kommt mir.. von
κάτι μου φαίνεται
angenehm
ευχάριστος
die Stimme
η φωνή
die Laune
η διάθεση
sich bessern
βελτώνομαι
lustlos
άκεφος
sondern
αλλά