επιτρέπεται (επιτρέπω)
to be allowed (to allow)
απαγορεύεται (απαγορεύω)
to be forbidden (to forbid)
η τροποποίηση
modification, amendment
η μάσκα
mask
αφήνω
to leave, allow
υποχρεωτικός
mandatory
η πρόσβαση
access
η εξοχή
countryside
πυροβολώ
to shoot
η άδεια οδήγησης
driver’s license
χρηματοδοτώ
to finance
η εμπιστοσύνη
trust
η παρουσία
presence
επηρεάζω
to affect
η ανάπτυξη
development
ενθαρρύνω
to encourage
αποθαρρύνω
to discourage
το θάρρος
courage
η κατοχή
possession
η ντροπή
shame
κρύβω
to hide
τραβάω
to pull
αναλαμβάνω
to undertake
αντιμετωπίζω
to confront