Κίνα. η [place name]
China
κινδυνεύω
to be in danger. to be at risk
κίνδυνος. ο
danger. risk
Κινέζος. ο — Κινέζα. η
Chinese
κινηματογραφικός. -ή. -ό
cinematic κινηματογράφος. ο [see also σινεμά]
cinema. movies
κίνηση. η
traffic. movement
κινητικός. -ή. -ό
energetic. kinetic
κινητό τηλέφωνο. το
mobile phone
κινούμαι
to move
κινούμενα σχέδια. τα
cartoons
κιόλας [adv.]
already
κίτρινος. -η. -ο [color]
yellow
κλαδί. το
branch
κλαίω
to cry. to shed tears
κλάμα. το
crying
κλασικός. -ή. -ό
classical. classic
κλαψιάρης. -α. -ικο
weepy
κλέβω
to steal
κλειδαριά. η
lock
κλειδί. το
key
κλειδί-λέξη. η
key word
κλειδώνω
to lock. to lock up κλείνω [a door. a window. the radio]
to close. to shut. to turn off