a (se) împodobi (esc)
στολιζω
a (se) păta (ez)
λεκιαζω
a respinge
απορριπτω, αποκρουω
a opta (ez) (pentru)
κανω την επιλογη μου (για)
a definitiva (ez)
τελειωνω, τελειωποιω
a recita
απαγγελλω
a adeveri (esc)
επαληθευω
a αproba
εγκρινω
a utiliza (ez)
χρησιμοποιω
a întrebuința (ez)
χρησιμοποιω
a prescrie
συνταγογραφω
împodobire-i
στολισμα
podoabă-e
στολιδι
pată-pete
λεκες, βουλα
admitere-i
παραδοχη
respingere-i
απορριψη, αποκρουση
opțiune-i
επιλογη
pasiune-i
παθος, χομπι
definitivare-i
τελειοποιηση
recitare-i
απαγγελια
adeverință-e
βεβαιωση
adevăr-uri
αληθεια
aprobare-i
εγκριση
în folosul
προς οφελος