a valorifica
αξιοποιω
a valora (ez)
αξιζω
a vădi (esc)
φανερωνω
a individualiza (ez)
εξατομικευω
a (se) supune
υποτασσω
a tinde (spre)
τεινω προς
a cultiva
καλλιεργω
a absolvi (esc)
αποφοιτω
a absolvi
απαλλασσω
a apuca
πιανω, προλαβαινω
a se apuca (de)
πιανωμαι,αρχιζω
a precumpăni (esc)
κυριαρχω
a angaja (ez)
προσλαμβανω
a se angaja
προσλαμβανομαι, αναλαμβανω την ευθηνη
valorificare -i
αξιοποοιηση
valoare -ori
αξια
individualizare -i
εξατομικευση
individualitate -i
ατομικοτητα
individ -zi
ατομο
supunere -i
υποταγη
absolvent -ii
αποφοιτος
angajare -i
προσληψη
rătăcire -i
αποπροσανατολισμος
valorificat (4)
αξιοποιημενος