a (se) impune
επιβαλλω
a (se) stabili (esc)
καθοριζω
a (se) asimila (ez)
αφομοιωνω
a (se) amesteca
ανακατευω, αναμειγνω
a compune
συνθετω
a se compune (din)
αποτελουμαι απο
a (se) descopune
διασπω, αποσυνθετω
a (se) înterupe
διακοπτω
a (se) modifica
τροποποιω, αλλαζω
a (se) transforma
μετατρεπω, μετασχηματιζω
a îmbogăți (esc)
εμπλουτιζω
a se îmbogați (esc)
πλουτιζω, εμπλουτιζομαι
a (se) dota (ez)
εξοπλιζω
a (se) înzestra (ez)
εξοπλιζω, προικιζω
a cuceri (esc)
κατακτω
a moșteni (esc)
κληρονομω
a rezulta
προκυπτω
a fundamenta (ez)
θεμελιωνω
a decora (ez)
διακοσμω
impunere-i
επιβολη
stabilire-i
καθορισμος
asimilare-i
αφομοιωση
amestec-uri
ανακατεμα, αναμιξη, μειγμα
compunere-i
συνθεση, εκθεση (σχολικη)