Δεν γίνεται
Das geht nicht.
μα, και όμως
doch
sie hatte doch recht =
και όμως είχε δίκιο
das habe ich mir doch gedacht = καλά, το φαντάστηκα
erst wollte er nicht, aber dann hat er es doch getan = στην αρχή δεν ήθελε, μετά όμως το έκανε
η αντίδραση
die Reaktion, -en
μου επιτρέπεται
dürfen
(er darf)
σταματώ (κάτι)
auf/hören mit
η εταιρεία
die Firma, Firmen
σε καλή φυσική κατάσταση
fit
η θέση εργασίας
die Stelle, -n
φέρνω μαζί μου
mit/bringen
δυνατά (ήχος)
laut
ψήνω (στα κάρβουνα/ στο γκριλ)
grillen
καπνίζω
rauchen