το θέατρο
das Theater, -
το πολυκατάστημα
das Kaufhaus, -häuser
η βιβλιοθήκη
die Bibliothek, -en
το μετρό
die U-Bahn, -en
κοιμάμαι
schlafen
η αγορά, τα ψώνια
der Einkauf, Einkaüfe
από (υλικό)
aus
υπέροχος, εκπλητικός
fein
Er hat sich fein gemacht.
Ντύθηκε κομψά.
υπέροχος, εκπλητικός
fein
Er hat sich fein gemacht.
Ντύθηκε κομψά.
ο τραγουδιστής
der Sänger, -
η γωνία
die Ecke, -n
μου επιστρέφουν, μου δίνουν πίσω
zurück/haben
(er hat zurück)
1.φορώ
2.κουβαλάω, πέρνω μαζί μου
trägen
αλλάζω, αντικαθιστώ
aus/tauschen
Για ποιόν;
Für wen?
Wer etwas weiß, soll die Hand heben.
Όποιος ξέρει κάτι να σηκώσει το χέρι του.
συγκεντρώνω, συλλέγω
sammeln