άλλος/-η/-ο
ander-
mit anderen Worten
χαλασμένος
kaputt
ο μηχανικός
der Mechaniker, -
ο καθηγητής του τμήματος
der Kursleiter, -
επαναλαμβάνω
wiederholen
holen: καλώ, φέρνω
παντού
überall
άρρωστος
krank
ο βαθμός (θερμοκρασίας)
der Grad
ο πυρετός
das Fieber
μόνος
allein(e)
Αξιότιμε κύριε …/ Αξιότιμη κυρία …
Sehr geehrte(r) Herr … / Sehr geehrte Frau …
ο γιατρός
Dr. = der Doktor, -en
το δόντι
der Zahn
die Zähne
ο πόνος
der Schmerz, -en